To υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) αποτελεί κρίσιμο ενεργειακό πόρο για την παγκόσμια οικονομία. Η ναυτιλία διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη μεταφορά του, καθώς μέσω των LNG carriers εξασφαλίζεται η προμήθεια σε διεθνές επίπεδο.
Τα τελευταία χρόνια, η Ασία έχει καταστεί κορυφαίος προορισμός για φορτία LNG, λόγω των ραγδαία αυξανόμενων ενεργειακών αναγκών της. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με στοιχεία της Enerdata, οι χώρες της Ασίας αντιπροσωπεύουν τα 2/3 των συνολικών εισαγωγών LNG, ενώ εκείνες με τις περισσότερες εισαγωγές παγκοσμίως είναι οι ακόλουθες:
Κίνα: Αποτελεί πλέον τον κορυφαίο εισαγωγέα LNG παγκοσμίως, καθώς οι εισαγωγές του 2024 ξεπέρασαν τα 100 δισ. κυβικά μέτρα. Ως εκ τούτου, το LNG αντιπροσωπεύει το 59% των εισαγωγών φυσικού αερίου της Κίνας, οι οποίες από το 2010 έως το 2021 αυξάνονταν με ρυθμό 20% ετησίως.
Ιαπωνία: Οι ιαπωνικές εισαγωγές LNG άγγιξαν τα 90 δισ. κυβικά μέτρα το 2024, καθώς η χώρα βασίζει μεγάλο μέρος της ηλεκτροπαραγωγής της στο φυσικό αέριο. Ενδεικτικά, το φυσικό αέριο, που προέρχεται αποκλειστικά από εισαγωγές LNG, αντιπροσωπεύει πλέον το 1/3 της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας της Ιαπωνίας.
Νότια Κορέα: Στο πλαίσιο της ενεργειακής μετάβασης της νοτιοκορεατικής οικονομίας, η κυβέρνηση της χώρας έχει εστιάσει τα τελευταία χρόνια στις εισαγωγές LNG. Ειδικότερα, από το 2010 έως το 2022, οι εισαγωγές LNG αυξάνονταν κατά 3% ετησίως. Το 2024, οι νοτιοκορεατικές εισαγωγές LNG εκτιμάται ότι άγγιξαν τα 60 δισ. κυβικά μέτρα.
Ινδία: Ως μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες αγορές ενέργειας, η Ινδία αυξάνει σταδιακά τις εισαγωγές της (και) σε LNG. Το 2024, οι ινδικές εισαγωγές LNG ανήλθαν στα 37 δισ. κυβικά μέτρα, σημειώνοντας ετήσια αύξηση κατά περίπου 28%.
Ταϊβάν: Αποτελεί τον πέμπτο μεγαλύτερο εισαγωγέα LNG παγκοσμίως. Οι στόχοι αποανθρακοποίησης και η μείωση της εγχώριας παραγωγής πυρηνικής ενέργειας έχουν οδηγήσει σε αύξηση του μεριδίου του φυσικού αερίου στην ενεργειακή εξίσωση της Ταϊβάν. Ως εκ τούτου, από το 2010 οι εισαγωγές LNG της χώρας αυξάνονται κατά 4-5% ετησίως, ενώ το 2024 εκτιμάται ότι ξεπέρασαν τα 35 δισ. κυβικά μέτρα.
Πηγή: Enerdata